Ταξιδιώτης

Ταξιδιώτης

Καλως ήλθατε στο Ιστολόγιο του Ταξιδιώτη

Η σελίδα δημιουργήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2007
και θα εμπλουτίζεται περιστασιακά με νέα θέματα
ΜΑΖΙ σας....
Taxidiotis

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχολιασμένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχολιασμένα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Πικρό Α!/Κική Δημουλά

Η μάνα μου παράγγειλε να πάω να τη δώ γατί "κάτι καλό μου έχει".
Ντομάτες γεμιστές θα ναι πάλι, σκέφτηκα. Της είναι αδύνατο να διανοηθεί πως κάτι που μου άρεσε πριν από χρόνια μπορεί κάποτε να ΄παψε να μου αρέσει, κι έτσι, κάθε φορά που φτιάχνει τη "σπεσιαλιτέ" της, μου στέλνει αυτό το στερεότυπο μήνυμα. Εγώ πάλι, που δεν ξέρω άν έχω το δικαίωμ ν΄αλλάζω γούστο, και μάλιστα εμφανώς, αναγκάζομαι κάθε φορά να τις τρώω. Κι όχι μόνο. Ενώ ξέρω, μόλις μου τις σερβίρει, δοκιμάζω και έκπληξη κάνοντας έτσι μια ιεροσυλία: εκπλήσσομαι με το ίδιο πράγμα! Είναι μια τακτική. Για να μη στερήσω απο τη μάνα μου τη δική της έκπληξη να με βλέπει να χαίρομαι εξαιτίας της.

Περίμενα αυτή τη φορά να μου σερβιριστούν οι ντομάτες, όταν βλέπω τη μάνα μου να ΄ρχεται κοντά μου κραδαίνοντας στο χέρι της με πονηρό ενθουσιασμό μια φτερούγα απο τη νεότητά μου: μια κοτσίδα.

Με τέτοιο πονηρό ενθουσιασμό να την κραδαίνει, σα να ΄βαλε πιά για πάντα στο χέρι ολόκληρο το "πρίν" και να μη λείπει τώρα παρά ένα τσιμπιδάκι των μαλλιών για να μου το καρφώσει.

Πολύ με ταράζει αυτό το παρελθόν που σπαρταράει έτσι, μέσα στον ξένο τούτο αέρα.

Πολύ με ταράζουν αυτά τα χαλαρά πλεγμένα δεκάξι μου ή και λιγότερα, τα ψαλιδισμένα τόσο στραβά, ασφαλώς μ΄εκείνο το μισοσκουριασμένο ψαλιδάκι που χρησιμοποιούσε ο πατέρας μου για να "ισιώνει" το μουστάκι του. Πολύ με αναστατώνουν αυτά τα τσουλούφια που πετάγονται έξω απο το πλέξιμο. Είναι που κοιμόνταν διαρκώς μέσα στα χρόνια.

Ποτέ μου δε χάιδεψα τόσο απτά μιάν απώλεια. Ποτέ δεν ακούμπησα το χέρι μου σ΄αυτό που πιά δεν υπάρχει.

Μ΄αυτή την κοτσίδα, σκέφτομαι, πρωτοείπα κάποτε, δε με νοιάζει! Και μ΄αυτήν ξαναείπα, ποιός ξέρει πόσες φορές, δε με νοιάζει! Μ΄αυτήν ξεκίνησα να πιάσω όλα εκείνα τα μυθικά, τα μουσικά, τα τρεχάτα "θα".

Μ΄αυτήν πρωτοπαρουσιάστηκα μια μέρα στα όνειρα, μ΄ένα θράσος, μα μ΄ένα θράσος "Αμα μεγαλώσω, θα είμαι, θα κάνω, θα πάρω, θα πάω, θα έχω, θα ΄ρθει, θα είμαστε, θα φτάσω, θα γίνω, θα γίνω....."

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Σώπα, μη μιλάς (Αζίζ Νεσίν)


Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
αν ο λόγος είναι αργυρός

η σ
ιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: "Σώπα".
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: "Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!"



Με φιλούσε
το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα

και μου
λέγανε:

"Κοίτα μην πείς τίποτα,
σσσσ.... Σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.


Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο:
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,

"θα βρεις το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι:
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμι
α κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει.

Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε:
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίπ
οτα. Σώπα!"

Μπορεί να μην είχαμε με δ' αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το "σώπα".

"Σώπα" ο ενας, "σώπα" ο άλλος,
"σώπα" οι επάνω, "σώπα" οι κάτω,

"σώπα" όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.

"Σώπα" οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.

Φτιάξαμε το σύλλογο του "σώπα".

Και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά,
μας δώσανε πα
ράσημα, τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα, μόνο με το "σώπα".
Μεγάλη τέχνη αυτό το "σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις
ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν' την να σωπάσει.

Κόψ'την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά.

Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.


Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου
και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς,

χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς.

Αχ! Πόσο θα '
θελα να μιλήσω ο κερατάς." Και δεν θα μιλάς, θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως. Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.

Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις.
Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα
σχέδια και στα όνειρά μου.

Ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω
και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω

και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω
με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα,
με μια κραυγή που θα μου λεει:

ΜΙΛΑ....!

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2007

Τρέλες και κόντρες...


Οι στίχοι που ακολουθούν γράφτηκαν
με χιουμοριστική διάθεση & στύλ Σουρή
σε μια πολύυυυυυ νεαρή ηλικία,

μετά από μια επεισοδιακή έξοδο με μια φίλη μου,
με το αγαπημένο μου 127-sport-70 HP Abarth

έξοδο που κατέληξε σε ατύχημα, ευτυχώς χωρίς θύματα

(αν εξαιρέσω της Νταίζης τα ερωτικά βέλη
που παρά λίγο να με στείλουν "αδιάβαστο",
σ'ένα γκρεμό, κοντά στη Σαρωνίδα)

Τρέλες και κόντρες...
==================
Ας γράψω είπα κι ένα στίχο
έτσι όπως γουστάρω εγώ
σκέπτομαι λίγο, έπειτα βήχω
για θέμα βρίσκω το "ωτό"

Ξάπλα αράζω στο τιμόνι
κι ευθύς σφιχτά δένω τη ζώνη
τα γκάζια τσίτα τα πατάω
σαΐτα φεύγω και λυσσάω

Με "πάντες" παίρνω τις στροφές
πετάω άμα λάχει και "κολιές"
χειρόφρενο χώμα σαν δω
τραβώ, και σβούρες παίρνω δυό

Βογγάει το έρημο φιατάκι
καθώς χτυπά σ'ένα χαντάκι
Η μηχανή του πάει ν' ανάψει
δεν θέλει χάδια αυτό τ'αμάξι

Ποτέ σε κόντρες δεν κωλώνω
σ΄εφτα χιλιάδες το πλακώνω
κι οχτώ χιλιάδες οι στροφές
τα λάστιχα πετούν φωτιές

Μπήκα μαζί με το Νταιζάκι
ένα όμορφο γλυκό βραδάκι
Με "χίλια" πάω στη Σαρωνίδα
τέρμα τα γκάζια και "σανίδα"

Στη ντισκοτέκ του Golden Cost
φοράω -θυμάμαι- και Lacost
πάμε και πίνουμε ουίσκι
ώσπου νυχτιά βαθιά μας βρίσκει

Σαν φεύγουμε απ το τραπέζι
με τ'άστρα ο ήλιος μπρος μου παίζει
Την Νταίζη έβλεπα "διπλή"
και πέταγα σαν το πουλί

Super, στο Λαγονήσι βάζω
ταχύτητα δεν κατεβάζω
καθώς φιδάκια οι στροφές
μπροστά περνούν απανωτές

Σφίξε, Νταιζούλα μου, τη ζώνη
για δες, ο χάρος μας σιμώνει
δεν υπακούει πια το τιμόνι
ζικ-ζακ διαγράφει το "κανόνι"

Μπαίνουμε μ'εκατόν σαράντα
μπροστά γκρεμός, πίσω χαράδρα
"τέρμα" το τιμόνι κόβω
στις δυό ρόδες το σηκώνω

"Κύμινο" μέχρι να πούμε
στον γκρεμό πλάι θα βρεθούμε
Το κεφάλι έχουμε κάτω
και στον ουρανό τον "πάτο"

"Χτύπησες"; ρωτάει η Νταιζούλα
Μες 'τ' αμάξι που είναι "ζούλα"
Για, κοπάνα την ευθύς
τώρα που είναι ενωρίς
μην αρπάξουμε φωτιά
και καούμε σαν χαρτιά

Το παράθυρό μου ανοίγω
και τη ζώνη ξετυλίγω
Μα η Νταίζη πιο γοργά
βγαίνει έξω στα σκοτεινά

... κρίμα, κι ένιωθα γλυκά
και πολύ ρομαντικά
έτσι ανάποδα εκεί πέρα
με τα πόδια στον αέρα....

Author: Taxidiotis

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007

ΤΕΣΤ ΑΛΗΘΕΙΑΣ/Κική Δημουλά

Στο κουδούνι έγραφε ΄Οργανο της τάξεως
τίποτ΄άλλο.
Ενθουσιάστηκα.
Ακριβώς αυτό χρειαζόμουν
έναν σκέτο αρμόδιο. Να με συλλάβει
και μετά, ότι συνεπάγεται
το κάθε προσήλθεν αυτοβούλως.

Μου άνοιξε μιά ωραία γάτα
με μαύρο φόρεμα και άσπρο γιακά
κλειστά τα φώτα.
Ο υπεύθυνος; ρώτησα

Αυτή με κοίταξε βαθιά στην παλάμη
ανασήκωσε της μοίρας τη γραμμή
-Θα πεθάνουμε εσύ κι εγώ
την ίδια περίπου εποχή
με κάτι μήνες διαφορά
εγώ
ενόσω θα κοιμάμαι ευτυχισμένη
όπως κάθε βράδυ
στων ποδιών του τη θαλπωρή
εσύ ξημερώματα
όπως βρίσκουν ύστερα από μέρες
κοκαλωμένη την απαγόρευση
στα παγωμένα πόδια ενός ονείρου
είπε και μου έδειξε
τη σκοτεινή πλάτη του νόμου
απορροφημένη

να ζωγραφίζει αφρώδη σίελο
θαλάσσης φειδωλής
ίσα για να δεσπόζει στην ακτή μπηγμένο
σώμα λιγνό μισόγυμνο κοπέλας θερινής
ξόβεργα σε φτεροκόπημα καπέλου.

Ξερόβηξαν κάτι στίχοι, ακούστηκα

ο υπεύθυνος εστράφη και με συνέλαβε
ευχερώς με σβηστά τα φώτα
αλλά και εγώ έτσι τον φωταγώγησα
ευχερώς με σβησμένα φώτα

-είναι μεγάλη ευκολία
ο θάνατος κι ο έρωτας να έχουν
τον ίδιο φωτισμό.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2007

Το σκάκι / Μανόλης Αναγνωστάκης,


'Ελα να παίξουμε.


Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη
)


Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)

Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)

Όλα, και τ' άλογά μου θα σ' τα δώσω

Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη

Γελώντας
μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

"Η Μοναξιά είναι από Χώμα"/Μαρω Βαμβουνακη

Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.

Όμως μέσα σ' αυτό το λίγο σου, σ' αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.

Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.

Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ' έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.

Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.

Για μια τέτοια κίνηση!

Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!

Για μια τέτοια κίνηση!

Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ' έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ' την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.

Οι ώρες, οι ελάχιστες, που πίστευα πως σε είχα δικιά μου, που ήσουνα όπως σε ήθελα, άνοιγαν τη βασιλεία του ουρανού που με δεχότανε.

Το κρεβάτι μας άπλωνε και γινόταν το πανάκριβο "τώρα" που επιτέλους ακινητούσε της ροές του άγχους μου και με μεταμόρφωνε σε μακαριότητα. Όμως μαζί σου κρατούσε ελάχιστα.

Αμέσως μόλις χωρίζαμε το εφιαλτικό παιχνίδι, με τους δείκτες του ρολογιού μ' έρριχνε σε ασθματικά κυνηγητά. Οι ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα σάρκαζαν την ψυχή μου που μακριά σου έτρεχε συνεχώς σε ανάποδα κυλιόμενη κορδέλα. Να σε προλάβει, να σε συλλάβει, να σε κατακρατήσει και να επαναλάβει μαζί σου εκείνο το θαυμαστό "τώρα" του έρωτα.

Εκείνο το εξαίσιο "τώρα" του έρωτα, το τόσο ανεκτίμητο κι ακριβοπληρωμένο μπορεί και να μη συμβαίνει μονάχα μαζί σου. Ελπίζω...

Αυτή η ελπίδα με σώζει απ' την καταδίκη της άγριας εξάρτησης από σένα. Μπορεί να 'σουν η πρόγευση άλλων ηδονών που από άλλους δρόμους βρίσκονται ασφαλέστερα και διαρκέστερα. Δείγμα παραδείσου μέσα στην κόλαση μου άφησες.

Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές. Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο. Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών.



Το σύννεφο και ο αμμόλοφος/Πάολο Κοέλιο

Ένα νεαρό σύννεφο γεννήθηκε στο μέσο μιας μεγάλης καταιγίδας στη Μεσόγειο. Αλλά δεν πρόλαβε να μεγαλώσει εκεί, ένας δυνατός άνεμος έσπρωξε όλα τα σύννεφα προς την Ανατολή.

Μόλις έφτασαν στην ήπειρο, το κλίμα άλλαξε στον ουρανό έλαμπε ένας γενναιόδωρος ήλιος και από κάτω τους εκτεινόταν η χρυσαφένια άμμος της ερήμου Σαχάρα. Ο άνεμος συνέχισε να τα σπρώχνει προς τα δάση του Νότου, καθώς στη έρημο δεν βρέχει σχεδόν ποτέ.

Ωστόσο, τα νεαρά σύννεφα είναι σαν τους νεαρούς ανθρώπους. Το σύννεφό μας λοιπόν αποφάσισε ν' απομακρυνθεί από τους γονείς του και τους μεγαλύτερους φίλους του για να γνωρίσει τον κόσμο.

- Τι κάνεις εκεί; Φώναξε ο άνεμος. Η έρημος είναι όλη ίδια!

Γύρνα στο σμήνος και θα πάμε στο κέντρο της Αφρικής, όπου υπάρχουν εκθαμβωτικά βουνά και δέντρα!

Αλλά το νεαρό σύννεφο, ανυπότακτο από τη φύση του, δεν υπάκουσε. Χαμήλωσε σιγά-σιγά, έως ότου κατάφερε να αιωρηθεί σε μια γενναιόδωρη και γλυκιά αύρα και να πλησιάσει τη χρυσαφένια άμμο. Αφού τριγύρισε αρκετά, πρόσεξε ότι ένας από τους αμμόλοφους του χαμογελούσε. Είδε ότι κι εκείνος ήταν νέος, πρόσφατα σχηματισμένος από τον άνεμο που μόλις είχε περάσει. ήην ίδια στιγμή ερωτεύτηκε την χρυσή του κόμη.

- Καλημέρα, είπε. Πώς είναι η ζωή εκεί κάτω;

- Έχω την συντροφιά των άλλων αμμόλοφων, του ήλιου, του ανέμου και των καραβανιών που περνούν από δω πότε-πότε. Μερικές φορές κάνει πολλή ζέστη, όμως είναι υποφερτή. Και πώς είναι η ζωή εκεί πάνω;

- Κι εδώ υπάρχει άνεμος και ήλιος, αλλά το πλεονέκτημα είναι ότι μπορώ και τριγυρνάω στον ουρανό και να μαθαίνω πολλά πράγματα.

- Για μένα η ζωή είναι σύντομη, είπε ο αμμόλοφος. Όταν ο άνεμος επιστρέψει από τα δάση, θα εξαφανιστώ.

- Και αυτό σου προκαλεί θλίψη;

- Μου δίνει την εντύπωση ότι δεν χρησιμεύω σε τίποτα.

- Κι εγώ αισθάνομαι το ίδιο. Μόλις περάσει ο επόμενος άνεμος θα πάω στο Νότο και θα μεταμορφωθώ σε βροχή. Αυτή είναι η μοίρα μου ωστόσο.

Ο αμμόλοφος δίστασε, αλλά τελικά είπε:

- Ξέρεις ότι εμείς εδώ στην έρημο τη βροχή την λέμε «παράδεισο»;

- Δεν ήξερα ότι μπορούσα να μεταμορφωθώ σε κάτι τόσο σημαντικό, είπε το σύννεφο γεμάτο περηφάνια.

- Έχω ακούσει πολλούς μύθους από γέρικους αμμόλοφους . Λένε ότι μετά τη βροχή καλυπτόμαστε από χλόη και λουλούδια. Εγώ όμως ποτέ δεν θα μάθω τι είναι αυτό, γιατί στην έρημο βρέχει πολύ σπάνια.

Ήταν η σειρά του σύννεφου να διστάσει. Αμέσως μετά όμως του χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο.

- Αν θέλεις, μπορώ να ρίξω πάνω σου βροχή. Αν και μόλις έφτασα, σ' έχω ερωτευθεί και θα Τθελα να μείνω εδώ για πάντα.

- Όταν σε είδα για πρώτη φορά στον ουρανό κι εγώ σε αγάπησα, είπε ο αμμόλοφος. Αν όμως μεταμορφώσεις την ωραία λευκή κόμη σου σε βροχή, θα πεθάνεις.

- Η Αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, είπε το σύννεφο. Μεταμορφώνεται. Κι εγώ θέλω να σου δείξω τον παράδεισο.

Άρχισε λοιπόν να χαϊδεύει τον αμμόλοφο με μικρές σταγόνες και παρέμειναν μαζί μέχρι που εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο. ήην επόμενη μέρα ο μικρός αμμόλοφος ήταν καλυμμένος με λουλούδια. Κάποια σύννεφα που περνούσαν με προορισμό την Αφρική νόμισαν ότι εκεί ήταν ένα κομμάτι του δάσους που έψαχναν κι έριξαν κι άλλη βροχή. Λίγα χρόνια μετά, ο αμμόλοφος είχε μεταμορφωθεί σε όαση, η οποία τους δρόσιζε με τη σκιά των δέντρων της.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2007

Στον πατέρα μου

Οι στίχοι που ακολουθούν είναι λόγια καρδιάς που δεν ανήκουνε σε μένα
μα με συγκλόνισαν... τους μεταφέρω απο το χώρο της δημιουργού τους
(marka, www.lykofos.net)
ελπίζοντας οτι δεν θα'χει αντίρρηση να τους γευτούμε και εμείς οι άλλοι
που νιώσαμε τα λόγια αυτά ν' αγγίζουνε τα βάθη της ψυχής μας....


Έτσι, απλά,
σαν που ξεκίναγες να πας στην εκκλησιά,
με τη γαλήνη και το γέλιο στη ματιά,
Μου ‘πες «αντίο»…

Στα δυο σου χέρια,
ο ουρανός, η γη, ο κόσμος μου, τ’ αστέρια,
ζεστοί χειμώνες, δροσερά μου καλοκαίρια,
μικρό φορτίο.

Πήρες το δρόμο,
χωρίς ανθρώπινο βαρύ σταυρό στον ώμο,
χωρίς αναβολή καμμιά και δίχως πόνο,
στη θύμησή σου.

Στρέψε τα μάτια,
μην αντικρίσεις της ζωής μου τα κομμάτια.
Πίσω συντρίμμια, μα μπροστά σου τα παλάτια
του Παραδείσου…

Μόνη μου χάρη,
δώσ’ μου τη μνήμη σου, χρυσό προσευχητάρι,
και παρ’ το δάκρυ μου δικό σου θυμητάρι,
στ’ άγιο σου χέρι.

Να ‘σαι ο Θεός μου,
κι όσο θα ζω, εσύ να κατοικείς εντός μου,
σε κάθε μου αύριο, φωτισμένος οδηγός μου,
Σαν αγιοκέρι…

Της αφιερώνω την δική μου την απάντηση, με την αμέριστή μου συμπαράσταση...

Λιτό, απλό κι απέριττο,
όπως ταιριάζει στη περίσταση
και τόσο περιεκτικό σ' αισθήματα,
όσο ταιριάζει στο αναντικατάστατο

Συναίσθημα σπαραχτικό σαν πυρωμένο ατσάλι
όταν αγγίζει βρεφική επιδερμίδα
λόγια οδύνης με συντάραξαν και την πνοή μου πνίγουν
μνήμες φαντάσματα ξυπνούν και την καρδιά μου σφίγγουν

Γιατί ένιωσα κι εγώ τον ίδιο πόνο της παντοτινής απώλειας
πριν λίγους μόλις μήνες... έφυγε κι ο δικός μου ο μοναδικός πατέρας

ανάλαφρες του Ουρανού ψυχές,
απαλλαγμένες απ του κόσμου μας την ματαιότητα

ας είστε ευλογημένες...
η θύμησή σας κάνουν τα μάτια να βουρκώνουν...


Σοφέ, Πατέρα μου αγαπημένε, μου λείπεις τόσο...
έλα στον ύπνο με την μητέρα μου, να σ' ανταμώσω...

Marka μου... ολόψυχα σ' ευχαριστώ... μην κλαις, δεν πρέπει
κρύψε το δάκρυ σου... είναι μακρυά... κι όμως σε βλέπει

μνήμες δεν σβύνουν... λάμψη στη νύχτα θα σου θυμίζει
νά' σαι καλά... να τον θυμάσαι όπως του αξίζει

Taxidiotis

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

My Profile

Ποιός φταίει?

Σήμερα θα σας διηγηθώ μία ιστορία.

Η Μαρία (Μ) είναι μία ωραία κοπέλα. Ζει από την μία πλευρά του μεγάλου ποταμού. Από την άλλη όχθη ζούνε δύο άνδρες.

Τον ένα (Α) η Μαρία τον αγαπάει παράφορα, αλλά αυτός δεν της δίνει σημασία.

Ο δεύτερος (Β) είναι τρελά ερωτευμένος με την Μαρία – αλλά αυτή απλώς τον συμπαθεί.


Μια βραδιά χειμωνιάτικη με άθλιο καιρό, η Μαρία απελπισμένη περνάει το ποτάμι με τον περαματάρη (Π) και πηγαίνει στο σπίτι του Α. Προσπαθεί να τον πείσει να την κρατήσει κοντά του. Αυτός της εξηγεί ότι δεν την αγαπά. Της λεει πάντως να μείνει μέχρι το πρωί επειδή ο καιρός έχει αγριέψει.
Την νύχτα η Μαρία τρυπώνει στο κρεβάτι του Α και του επιτίθεται. Κάνουν έρωτα. Το πρωί όμως, ο καιρός έχει φτιάξει και ο Α της θυμίζει ότι πρέπει να φύγει.

Απελπισμένη η Μαρία τρέχει στο σπίτι του Β. Του διηγείται όλη την ιστορία και τον παρακαλεί να την κρατήσει κοντά του. Ο Β, ενοχλημένος, της λεει: «πώς τολμάς να μου το ζητάς μετά από αυτό που έκανες την νύχτα;»


Λίγο πιο πάνω μένει ένα Ψυχίατρος (Ψ). Η Μαρία καταφεύγει σε αυτόν. Του αφηγείται το πρόβλημά της. Αυτός της λεει ότι είναι αρκετά δύσκολα τα πράγματα και δεν αντιμετωπίζονται με μία συνεδρία – θα πρέπει να αρχίσει τακτική ψυχοθεραπεία για να φωτιστούν οι συγκρούσεις μέσα της και οι λόγοι που την κάνουν να αντιδρά έτσι.

Η Μαρία, δυστυχής, φεύγει για να γυρίσει στο σπίτι της. Στο δρόμο της συναντάει τον ληστή (Λ). Ο Ληστής της παίρνει όλα της τα χρήματα.

Όταν φτάσει στον περαματάρη, αυτός αρνείται να την περάσει απέναντι χωρίς πληρωμή.
Η Μαρία, πάντα απελπισμένη, πέφτει στο ποτάμι να περάσει κολυμπώντας. Όμως το ρεύμα είναι ορμητικό, την παρασύρει και πνίγεται.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ ΚΑΙ ΤΕΣΤ:
Στην ιστορία υπάρχουν 6 πρόσωπα (Μ, Α, Β, Ψ, Λ, Π). Κάθε ένα εμπλέκεται στη υπόθεση που οδηγεί στον θάνατο της Μαρίας.

Ευθύνονται όλοι; Ποιος περισσότερο, ποιος λιγότερο και ποιος καθόλου;
Βάλτε τα γράμματα στην σειρά (πρώτος αυτός που ευθύνεται περισσότερο, κτλ) και δικαιολογήστε την επιλογή σας.

Δεν είναι απλό παιχνίδι. Σας προειδοποιώ: υπάρχουν περίπλοκες ερμηνείες...

posted by Nikos Dimou