Ταξιδιώτης

Ταξιδιώτης

Καλως ήλθατε στο Ιστολόγιο του Ταξιδιώτη

Η σελίδα δημιουργήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2007
και θα εμπλουτίζεται περιστασιακά με νέα θέματα
ΜΑΖΙ σας....
Taxidiotis

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξιδιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξιδιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2007

Σώπα, μη μιλάς (Αζίζ Νεσίν)


Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
αν ο λόγος είναι αργυρός

η σ
ιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: "Σώπα".
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: "Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!"



Με φιλούσε
το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα

και μου
λέγανε:

"Κοίτα μην πείς τίποτα,
σσσσ.... Σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.


Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο:
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,

"θα βρεις το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι:
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμι
α κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει.

Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε:
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίπ
οτα. Σώπα!"

Μπορεί να μην είχαμε με δ' αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το "σώπα".

"Σώπα" ο ενας, "σώπα" ο άλλος,
"σώπα" οι επάνω, "σώπα" οι κάτω,

"σώπα" όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.

"Σώπα" οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.

Φτιάξαμε το σύλλογο του "σώπα".

Και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά,
μας δώσανε πα
ράσημα, τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα, μόνο με το "σώπα".
Μεγάλη τέχνη αυτό το "σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις
ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν' την να σωπάσει.

Κόψ'την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά.

Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.


Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου
και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς,

χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς.

Αχ! Πόσο θα '
θελα να μιλήσω ο κερατάς." Και δεν θα μιλάς, θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως. Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.

Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις.
Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα
σχέδια και στα όνειρά μου.

Ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω
και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω

και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω
με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα,
με μια κραυγή που θα μου λεει:

ΜΙΛΑ....!

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2007

Τρέλες και κόντρες...


Οι στίχοι που ακολουθούν γράφτηκαν
με χιουμοριστική διάθεση & στύλ Σουρή
σε μια πολύυυυυυ νεαρή ηλικία,

μετά από μια επεισοδιακή έξοδο με μια φίλη μου,
με το αγαπημένο μου 127-sport-70 HP Abarth

έξοδο που κατέληξε σε ατύχημα, ευτυχώς χωρίς θύματα

(αν εξαιρέσω της Νταίζης τα ερωτικά βέλη
που παρά λίγο να με στείλουν "αδιάβαστο",
σ'ένα γκρεμό, κοντά στη Σαρωνίδα)

Τρέλες και κόντρες...
==================
Ας γράψω είπα κι ένα στίχο
έτσι όπως γουστάρω εγώ
σκέπτομαι λίγο, έπειτα βήχω
για θέμα βρίσκω το "ωτό"

Ξάπλα αράζω στο τιμόνι
κι ευθύς σφιχτά δένω τη ζώνη
τα γκάζια τσίτα τα πατάω
σαΐτα φεύγω και λυσσάω

Με "πάντες" παίρνω τις στροφές
πετάω άμα λάχει και "κολιές"
χειρόφρενο χώμα σαν δω
τραβώ, και σβούρες παίρνω δυό

Βογγάει το έρημο φιατάκι
καθώς χτυπά σ'ένα χαντάκι
Η μηχανή του πάει ν' ανάψει
δεν θέλει χάδια αυτό τ'αμάξι

Ποτέ σε κόντρες δεν κωλώνω
σ΄εφτα χιλιάδες το πλακώνω
κι οχτώ χιλιάδες οι στροφές
τα λάστιχα πετούν φωτιές

Μπήκα μαζί με το Νταιζάκι
ένα όμορφο γλυκό βραδάκι
Με "χίλια" πάω στη Σαρωνίδα
τέρμα τα γκάζια και "σανίδα"

Στη ντισκοτέκ του Golden Cost
φοράω -θυμάμαι- και Lacost
πάμε και πίνουμε ουίσκι
ώσπου νυχτιά βαθιά μας βρίσκει

Σαν φεύγουμε απ το τραπέζι
με τ'άστρα ο ήλιος μπρος μου παίζει
Την Νταίζη έβλεπα "διπλή"
και πέταγα σαν το πουλί

Super, στο Λαγονήσι βάζω
ταχύτητα δεν κατεβάζω
καθώς φιδάκια οι στροφές
μπροστά περνούν απανωτές

Σφίξε, Νταιζούλα μου, τη ζώνη
για δες, ο χάρος μας σιμώνει
δεν υπακούει πια το τιμόνι
ζικ-ζακ διαγράφει το "κανόνι"

Μπαίνουμε μ'εκατόν σαράντα
μπροστά γκρεμός, πίσω χαράδρα
"τέρμα" το τιμόνι κόβω
στις δυό ρόδες το σηκώνω

"Κύμινο" μέχρι να πούμε
στον γκρεμό πλάι θα βρεθούμε
Το κεφάλι έχουμε κάτω
και στον ουρανό τον "πάτο"

"Χτύπησες"; ρωτάει η Νταιζούλα
Μες 'τ' αμάξι που είναι "ζούλα"
Για, κοπάνα την ευθύς
τώρα που είναι ενωρίς
μην αρπάξουμε φωτιά
και καούμε σαν χαρτιά

Το παράθυρό μου ανοίγω
και τη ζώνη ξετυλίγω
Μα η Νταίζη πιο γοργά
βγαίνει έξω στα σκοτεινά

... κρίμα, κι ένιωθα γλυκά
και πολύ ρομαντικά
έτσι ανάποδα εκεί πέρα
με τα πόδια στον αέρα....

Author: Taxidiotis

O Πληθυντικός Αριθμός/Κική Δημουλά

Ο έρωτας ,
όνομα ουσιαστικόν ,
πολύ ουσιαστικόν ,
ενικού αριθμού ,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού ,
γένους ανυπεράσπιστου .
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες .

Ο φόβος ,
όνομα ουσιαστικόν ,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός :
οι φόβοι .
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα .

Η μνήμη ,
κύριο όνομα των θλίψεων ,
ενικού αριθμού ,
μόνο ενικού αριθμού
και άκλιτη .
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη .

Η νύχτα ,
όνομα ουσιαστικόν ,
γένους θηλυκού ,
ενικός αριθμός .
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες .
Οι νύχτες από δω και πέρα .

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

H σονάτα του σεληνόφωτος/Γιάννης Ρίτσος, 1956



[Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' ένα νέο.
Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδόσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.
Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στο Νέο:]



Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, τους εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,
στη λευκότητα του σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθειά βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι.
Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπάρ, ακούστηκε μια γνωστή, μουσική φράση.
Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος.
Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ'ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης.
Οταν θα φθάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο.
Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ισως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο.
Σε λίγο ο νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιας εποχής".
Ετσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του.
Οσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι.

Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά.
Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μια αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.)...

Μηδενος εξαιρουμενου/ Κική Δημουλά

Τι αντικοινωνικά που ειναι τα όνειρα.
Ούτε φιλίες, ούτε δεσμοι
μολις μας δουν σβήνουν
σα σπιθα εκθετη σε θύελλα.

Ανθρωποφοβια?
Ισως τραυματισμένο γόητρο
επειδή δουλεύουν εκει κάτω
στα ορυχεια χαμενων ευκαιριων.

Είχαν βλέπεις κι αυτά
άλλα όνειρα

Κική Δημουλά

Δυσπνέεις. Κατανοητό.
Πνιγηρή του καθενός μας η δύση.
Κάνε ομως κάτι , σκαρφάλωσε
ή
χτύπα συνθηματικά τον τοίχο
του διπλανού τρόμου
ή
έστω θυμήσου λίγο παράθυρο
να μπαίνει ελάχιστος άνθρωπος
ίσα να φέγγει να διακρίνεις
να μη χτυπάς πάνω στις κόγχες
της επίγνωσης.

Περιττό , περιττό
πότε το λιγο φως που μπαίνει
απο εναν κουφωτό άνθρωπο
κατανόησε το ορθάνοιχτο?
απαντάς κι αφήνοντας πισω το νόημα
βρόντηξες με πάταγο το περιττό
ξεχνώντας πως του οφειλεσαι
αποκλειστικα

εκεινο επεισε
την ξεροκεφαλη ανυπαρξια
να επιτρεψει την υπαρξη
μονον αυτη θα σε κανει διασημη
της ειπε
αλλιως θα παραμεινεις στην αφανεια
μια αβλαβης εσαει ανυπαρξια

κι εκεινο σε μετεφερε
απο την εκει σου ερημο στην εδω
καβαλα στο πειθηνιο αναγκαιο
ταλαιπωρο να γονατιζει
πιο εξαντλημενο κι απο την υπομονη.
Αλλα του περιττου ο βουρδουλας πεφτει
ζωογονος.

Το ξεχνας
σα να μη σε διδαξε η τοση αντιφαση
οτι χωρις το περιττο
στιγμη δε ζει το απαραιτητο.

Συμφωνοι, περιττος ο ανθρωπος
ομως για καποιο λογο αιωνια δες
τι απαραιτητος του ειναι
του θανατου.

Περιττος θανατος
δεν ειναι και ο ερωτας?
Ναι , αλλα του ειναι απαραιτητο να ζησει
την αναγκαια αθανασια του ονειρου

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2007

Στον πατέρα μου

Οι στίχοι που ακολουθούν είναι λόγια καρδιάς που δεν ανήκουνε σε μένα
μα με συγκλόνισαν... τους μεταφέρω απο το χώρο της δημιουργού τους
(marka, www.lykofos.net)
ελπίζοντας οτι δεν θα'χει αντίρρηση να τους γευτούμε και εμείς οι άλλοι
που νιώσαμε τα λόγια αυτά ν' αγγίζουνε τα βάθη της ψυχής μας....


Έτσι, απλά,
σαν που ξεκίναγες να πας στην εκκλησιά,
με τη γαλήνη και το γέλιο στη ματιά,
Μου ‘πες «αντίο»…

Στα δυο σου χέρια,
ο ουρανός, η γη, ο κόσμος μου, τ’ αστέρια,
ζεστοί χειμώνες, δροσερά μου καλοκαίρια,
μικρό φορτίο.

Πήρες το δρόμο,
χωρίς ανθρώπινο βαρύ σταυρό στον ώμο,
χωρίς αναβολή καμμιά και δίχως πόνο,
στη θύμησή σου.

Στρέψε τα μάτια,
μην αντικρίσεις της ζωής μου τα κομμάτια.
Πίσω συντρίμμια, μα μπροστά σου τα παλάτια
του Παραδείσου…

Μόνη μου χάρη,
δώσ’ μου τη μνήμη σου, χρυσό προσευχητάρι,
και παρ’ το δάκρυ μου δικό σου θυμητάρι,
στ’ άγιο σου χέρι.

Να ‘σαι ο Θεός μου,
κι όσο θα ζω, εσύ να κατοικείς εντός μου,
σε κάθε μου αύριο, φωτισμένος οδηγός μου,
Σαν αγιοκέρι…

Της αφιερώνω την δική μου την απάντηση, με την αμέριστή μου συμπαράσταση...

Λιτό, απλό κι απέριττο,
όπως ταιριάζει στη περίσταση
και τόσο περιεκτικό σ' αισθήματα,
όσο ταιριάζει στο αναντικατάστατο

Συναίσθημα σπαραχτικό σαν πυρωμένο ατσάλι
όταν αγγίζει βρεφική επιδερμίδα
λόγια οδύνης με συντάραξαν και την πνοή μου πνίγουν
μνήμες φαντάσματα ξυπνούν και την καρδιά μου σφίγγουν

Γιατί ένιωσα κι εγώ τον ίδιο πόνο της παντοτινής απώλειας
πριν λίγους μόλις μήνες... έφυγε κι ο δικός μου ο μοναδικός πατέρας

ανάλαφρες του Ουρανού ψυχές,
απαλλαγμένες απ του κόσμου μας την ματαιότητα

ας είστε ευλογημένες...
η θύμησή σας κάνουν τα μάτια να βουρκώνουν...


Σοφέ, Πατέρα μου αγαπημένε, μου λείπεις τόσο...
έλα στον ύπνο με την μητέρα μου, να σ' ανταμώσω...

Marka μου... ολόψυχα σ' ευχαριστώ... μην κλαις, δεν πρέπει
κρύψε το δάκρυ σου... είναι μακρυά... κι όμως σε βλέπει

μνήμες δεν σβύνουν... λάμψη στη νύχτα θα σου θυμίζει
νά' σαι καλά... να τον θυμάσαι όπως του αξίζει

Taxidiotis

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2007

Αδελφοκτόνα συναισθήματα...

Δοκίμασα να συμβιβάσω τ' αδελφοκτόνα συναισθήματα
των "θέλω" και "δεν θέλω" μου

όμως η κόλαση με τον παράδεισο συμβιβασμό δεν κάνουν
και συνυπάρχουν μέσα μου, πάντα σ' εμπόλεμη κατάσταση

Στο πύρινο δρόμο που πότε τα χωρίζει και πότε τα συνδέει
πηγαινοέρχομαι το περιστέρι της ειρήνης στα χέρια μου κρατώντας

ανέλπιστη ανακωχή αναζητώντας
μα τα φτερά του λιώσανε από των αντιπάλων τα βόλια τα αδέσποτα


Της λογικής τα αδιάψευστα πειστήρια
κατέρρευσαν από του έρωτα τα πλανεμένα λόγια

του νου μου η πανοπλία έχει κερκόπορτα στο μέρος της καρδιάς
κι ανύποπτα την διαπερνούν του φτερωτού θεού τα βέλη

Author: Taxidiotis

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007

Ενα ταξίδι.... στο παρελθόν μου....

-------------
Taxidiotis
-------------
εκανα μια μικρή σταση, στο μακρύ μου ταξίδι, διαβάζοντας το προφίλ σου...
ειδα μέσα τα δικά μου πάθη και επιθυμίες

...επιμένω να είμαι αθεράπευτα ρομαντικός...
Και να ονειρεύομαι συνοδοιπόρους....

... άκουσα το κελάηδημα και κοντοστάθηκα...
για λίγο διέκοψα το μακρύ μου ταξίδι, κι αφουγκράστηκα,,,,

ίσως τα δικά σου λόγια..

Ισως συνοδοιπόρος σε ένα παράλληλο ταξίδι..

Είδα τη πρόκληση κι ανταποκρίθηκα...
κοινες συμπτώσεις αναζητώντας..

Εσύ θα δώσεις την απάντηση..

Καλή σου μέρα..

--------------
She said...
--------------
σε ειδα να στεκεσαι καπου στην ακρη και σε αναγνωρισα..

οσοι ζητουν το απιαστο γνωριζονται μεταξυ τους...

δεν χρειαζεται να μιλήσουν το βλεμμα τους τα λεει ολα...

ταξιδευω στις γραμμες που μου εγραψες...


-------------
Taxidiotis
--------------
σε τούτο το λιμάνι βρίσκεις όλες τις πραμάτιες...
οι δικές μου μοιάζουν λίγο ξεθωριασμένες για κάποιους...
μα διόλου αυτοί δεν μ'ενδιαφέρουν...

του ταξιδιώτη το εμπόρευμα δεν είναι απο ύλη...
γιαυτό και δεν μπορούν οι πολλοί να το δούνε... περνάει μεσα απ το μυαλό και τη ψυχή....
αιώνιες αξίες σαν τον Ουρανό...

το ταξίδι είναι για θάλασσες ανοιχτές...
μα είναι δύσκολο... χωρίς συνταξιδιώτες...

μα είτε μόνος, είτε με συνεπιβάτες....
έχω πυξίδα τη καρδιά και θα τον βρώ τον δρόμο...

σε πρόσεξε... το είδες... δεν ήτανε τυχαίο....

--------------
She said...
--------------
σε τουτο το λιμανι η καρδια διψά και το βλεμμα πλανιεται αργα..
ψαχνει στο πληθος να αναγνωρισει..μα μονο η ψυχη μπορει να δει...

βαρυ το σωμα σερνεται οταν δεν νιωθει...τα ονειρα ποσο μπορούν να το κρατησουν ζωντανό???
τα ονειρα που καιγονται αραγε θα ξαναρθουν?

τυχαιο δεν ειναι ποτε τιποτα..να δες γραφεις τα ονειρα μου...

-------------
Taxidiotis
--------------
του νού παιχνίδια... ανάκατα το όνειρο κι η προσδοκία... η επιθυμία και του άγνωστου ο φόβος ...
πόθη ανεκπλήρωτοι και χίμαιρες χαμένες στου χρόνου τη λήθη, ζωντάνεψαν σε τούτο το λιμάνι...

Η ομίχλη έσβησε κι έκπληκτος βλέπω να αναπηδά μέσα από ταποκαΐδια, των παιδικών παραμυθιών μου η νεράιδα...

Άστρα φορούσε στα μαλλιά κι ένα χρυσό φεγγάρι φώτιζε το δρόμο της... για μια στιγμή μονάχα δίστασα...

Όποιος την πέτρα σπάζει,
στο τέλος βρίσκει τον νεφρίτη μέσα...

Κι όποιος την άμμο κοσκινίσει πρώτος,
αυτός και τον χρυσό πρώτος θ ανακαλύψει

κανείς τύχη δεν έχει, άμα για το σκοπό δεν προσπαθήσει, σκέφθηκα...

Άφησα τη διαίσθηση να με καθοδηγήσει κι έτρεξα πίσω σου χωρίς δεύτερη σκέψη...

Καλό σου βράδυ, φίλη μου

P (***)

--------------
She said...
--------------
φοβος κρυμμενος στα ποιο μεγάλα πάθη ,ζωη χωρίς φοβο υπάρχει?

το μυαλο μας ταξιδευει και η ψυχη μας προσπαθεί να ακολουθησει,ειναι αραγε το ταξιδι για καλο?
κανεις δεν ξερει..

σ αφήνω να με καθοδηγησεις χωρίς δευτερη σκέψη...
το ταξίδι μετράει..

p*** (????)

-------------
Taxidiotis
--------------
οσο η ζωή νικιέται απ το θάνατο.. υπάρχει φόβος..
όσο το πάθος μας το νού μας κυβερνάει.. υπάρχει φόβος...
όσο τα αισθήματα ξεφεύγουν απ τη λογική.. υπάρχει φόβος..
οσο το ψέμα κι η υποκρισία γκρεμίζουν τα όνειρά μας.. υπάρχει φόβος..
όσο το πόθο πνίγουμε στα "πρέπει" και "δεν πρέπει".. υπάρχει φόβος..

μα η καρδιά.. το νού τον προσπερνάει... ο νούς φοβάται μόνο.. όχι η καρδιά...

ο νούς τυφλώνει την καρδιά... και η καρδιά τον νού... στη μάχη για την επικράτηση πάνω στο σώμα..

μ'αν και τα τρία μαζί, νούς, σώμα και καρδιά μαζί βαδίσουν στο ταξίδι της ζωής
.. η ευτυχία η απόλυτη θα είναι δεδομένη

κόπιασε ταξιδιώτισσα, κράτα μου το τιμόνι,μαζί για να μοιράσουμε του ταξιδιού τα πλούτη

κοίταξε την πανσέληνο απ το παράθυρό σου και πες μου αν στο δίσκο της βλέπεις το πρόσωπό μου

--------------
She said...
--------------
καλημερα...

θολο το προσωπο σου μα αν κυταξει η ψυχη το βλεπει τοσο καθαρα..
αγγίζεις την ψυχη μου, παιζεις με το μυαλο μου...

το ταξιδι το νιώθω θα ειναι μαγικό..
θέλω να τη ζησω αυτη τη μαγεια,......

-------------
Taxidiotis
--------------
η ομίχλη διαλύεται γοργά...
και οι μορφές οι άυλες προβάλλουν απο μέσα, ολοένα και πιο γνώριμες... πιο ποθητές ... πιο δυνατές απο ποτέ...

κάθε στιγμή.. κάθε σου λέξη
πιο κοντά σε φέρνει...

είσαι στο σκάφος μου επάνω απο την πρώτη τη στιγμή...
σε είδα...

και γω μαζεύω τις προμήθειες για το μακρύ ταξίδι ... να ξεκινήσει βιάζομαι...
φουσκώσαν κιόλας τα πανιά απ της ψυχής σου την πνοή ..
του Λόγου σου τη δύναμη... και τη δική μου προσδοκία...

--------------
She said...
--------------
...να φωνάζω απο σένα και να με χτυπα η φωνη μου,
να μυριζω απο σενα και ν αγριευουν οι άνθρωποι

Επειδη το αδοκίμαστο και το απ αλλου φερμένο δεν τ αντέχουν οι άνθρωποι....
μ ακούς....

ας ξεκινησουμε λοιπον το ταξιδι μας αγαπημενε...
σε περιμένω...

-------------------------------
2005, April (απόσπασμα)
αφιερωμένο....

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

My Profile

Ποιός φταίει?

Σήμερα θα σας διηγηθώ μία ιστορία.

Η Μαρία (Μ) είναι μία ωραία κοπέλα. Ζει από την μία πλευρά του μεγάλου ποταμού. Από την άλλη όχθη ζούνε δύο άνδρες.

Τον ένα (Α) η Μαρία τον αγαπάει παράφορα, αλλά αυτός δεν της δίνει σημασία.

Ο δεύτερος (Β) είναι τρελά ερωτευμένος με την Μαρία – αλλά αυτή απλώς τον συμπαθεί.


Μια βραδιά χειμωνιάτικη με άθλιο καιρό, η Μαρία απελπισμένη περνάει το ποτάμι με τον περαματάρη (Π) και πηγαίνει στο σπίτι του Α. Προσπαθεί να τον πείσει να την κρατήσει κοντά του. Αυτός της εξηγεί ότι δεν την αγαπά. Της λεει πάντως να μείνει μέχρι το πρωί επειδή ο καιρός έχει αγριέψει.
Την νύχτα η Μαρία τρυπώνει στο κρεβάτι του Α και του επιτίθεται. Κάνουν έρωτα. Το πρωί όμως, ο καιρός έχει φτιάξει και ο Α της θυμίζει ότι πρέπει να φύγει.

Απελπισμένη η Μαρία τρέχει στο σπίτι του Β. Του διηγείται όλη την ιστορία και τον παρακαλεί να την κρατήσει κοντά του. Ο Β, ενοχλημένος, της λεει: «πώς τολμάς να μου το ζητάς μετά από αυτό που έκανες την νύχτα;»


Λίγο πιο πάνω μένει ένα Ψυχίατρος (Ψ). Η Μαρία καταφεύγει σε αυτόν. Του αφηγείται το πρόβλημά της. Αυτός της λεει ότι είναι αρκετά δύσκολα τα πράγματα και δεν αντιμετωπίζονται με μία συνεδρία – θα πρέπει να αρχίσει τακτική ψυχοθεραπεία για να φωτιστούν οι συγκρούσεις μέσα της και οι λόγοι που την κάνουν να αντιδρά έτσι.

Η Μαρία, δυστυχής, φεύγει για να γυρίσει στο σπίτι της. Στο δρόμο της συναντάει τον ληστή (Λ). Ο Ληστής της παίρνει όλα της τα χρήματα.

Όταν φτάσει στον περαματάρη, αυτός αρνείται να την περάσει απέναντι χωρίς πληρωμή.
Η Μαρία, πάντα απελπισμένη, πέφτει στο ποτάμι να περάσει κολυμπώντας. Όμως το ρεύμα είναι ορμητικό, την παρασύρει και πνίγεται.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ ΚΑΙ ΤΕΣΤ:
Στην ιστορία υπάρχουν 6 πρόσωπα (Μ, Α, Β, Ψ, Λ, Π). Κάθε ένα εμπλέκεται στη υπόθεση που οδηγεί στον θάνατο της Μαρίας.

Ευθύνονται όλοι; Ποιος περισσότερο, ποιος λιγότερο και ποιος καθόλου;
Βάλτε τα γράμματα στην σειρά (πρώτος αυτός που ευθύνεται περισσότερο, κτλ) και δικαιολογήστε την επιλογή σας.

Δεν είναι απλό παιχνίδι. Σας προειδοποιώ: υπάρχουν περίπλοκες ερμηνείες...

posted by Nikos Dimou