Ταξιδιώτης

Ταξιδιώτης

Καλως ήλθατε στο Ιστολόγιο του Ταξιδιώτη

Η σελίδα δημιουργήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2007
και θα εμπλουτίζεται περιστασιακά με νέα θέματα
ΜΑΖΙ σας....
Taxidiotis

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ


Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.

Φαίνεται απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.


Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.

Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,

προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.


Χαμογελώ.

Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
Έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.

Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
Τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.


Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.

Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.

Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να’ χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου νά’ ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ / ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ


Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού' μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,

πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα νά' ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

Πικρό Α!/Κική Δημουλά

Η μάνα μου παράγγειλε να πάω να τη δώ γατί "κάτι καλό μου έχει".
Ντομάτες γεμιστές θα ναι πάλι, σκέφτηκα. Της είναι αδύνατο να διανοηθεί πως κάτι που μου άρεσε πριν από χρόνια μπορεί κάποτε να ΄παψε να μου αρέσει, κι έτσι, κάθε φορά που φτιάχνει τη "σπεσιαλιτέ" της, μου στέλνει αυτό το στερεότυπο μήνυμα. Εγώ πάλι, που δεν ξέρω άν έχω το δικαίωμ ν΄αλλάζω γούστο, και μάλιστα εμφανώς, αναγκάζομαι κάθε φορά να τις τρώω. Κι όχι μόνο. Ενώ ξέρω, μόλις μου τις σερβίρει, δοκιμάζω και έκπληξη κάνοντας έτσι μια ιεροσυλία: εκπλήσσομαι με το ίδιο πράγμα! Είναι μια τακτική. Για να μη στερήσω απο τη μάνα μου τη δική της έκπληξη να με βλέπει να χαίρομαι εξαιτίας της.

Περίμενα αυτή τη φορά να μου σερβιριστούν οι ντομάτες, όταν βλέπω τη μάνα μου να ΄ρχεται κοντά μου κραδαίνοντας στο χέρι της με πονηρό ενθουσιασμό μια φτερούγα απο τη νεότητά μου: μια κοτσίδα.

Με τέτοιο πονηρό ενθουσιασμό να την κραδαίνει, σα να ΄βαλε πιά για πάντα στο χέρι ολόκληρο το "πρίν" και να μη λείπει τώρα παρά ένα τσιμπιδάκι των μαλλιών για να μου το καρφώσει.

Πολύ με ταράζει αυτό το παρελθόν που σπαρταράει έτσι, μέσα στον ξένο τούτο αέρα.

Πολύ με ταράζουν αυτά τα χαλαρά πλεγμένα δεκάξι μου ή και λιγότερα, τα ψαλιδισμένα τόσο στραβά, ασφαλώς μ΄εκείνο το μισοσκουριασμένο ψαλιδάκι που χρησιμοποιούσε ο πατέρας μου για να "ισιώνει" το μουστάκι του. Πολύ με αναστατώνουν αυτά τα τσουλούφια που πετάγονται έξω απο το πλέξιμο. Είναι που κοιμόνταν διαρκώς μέσα στα χρόνια.

Ποτέ μου δε χάιδεψα τόσο απτά μιάν απώλεια. Ποτέ δεν ακούμπησα το χέρι μου σ΄αυτό που πιά δεν υπάρχει.

Μ΄αυτή την κοτσίδα, σκέφτομαι, πρωτοείπα κάποτε, δε με νοιάζει! Και μ΄αυτήν ξαναείπα, ποιός ξέρει πόσες φορές, δε με νοιάζει! Μ΄αυτήν ξεκίνησα να πιάσω όλα εκείνα τα μυθικά, τα μουσικά, τα τρεχάτα "θα".

Μ΄αυτήν πρωτοπαρουσιάστηκα μια μέρα στα όνειρα, μ΄ένα θράσος, μα μ΄ένα θράσος "Αμα μεγαλώσω, θα είμαι, θα κάνω, θα πάρω, θα πάω, θα έχω, θα ΄ρθει, θα είμαστε, θα φτάσω, θα γίνω, θα γίνω....."

Πρέπει/Κική Δημουλά


Άς το πούμε βοριαδάκι, κι ας το πούμε απόγευμα, αυτό το σκούρο είδος που είναι έξω από το σπίτι, ας το πούμε πρέπει.

Πρέπει να παρακολουθήσω τη μελέτη των απογόνων. Η μικρή ασκείται στο 5. Της λέω ότι μοιάζει με κρεμάστρα. Ο μεγαλύτερος διαβάζει το Δωδεκάθεον. της μαθήσεως προηγείται η περιέργεια. Και ποιός κάνει τώρα όλες τις δουλειές που έκαναν οι δώδεκα θεοί; Και τι γίνανε τώρα οι δώδεκα εκείνοι θεοί, αφού μου λές οτι ο θεός είναι αιώνιος; Και γιατί δεν τον βαπτίσανε αυτόν τόν δικό μας θεό;

Κι εγώ από αδυναμία να δικαιολογήσω τους μύθους και τις παραλήψεις περιμένω την εξ ύψους σωτηρία. Κι ακούγεται τότε, κουλουράααα...ς, κουλούρια ζεστάαααα....

Από θεού αυτά τα κουλούρια! Βγαίνω στο παράθυρο, βοριαδάκι, και φωνάζω τον κουλουρά. Ανεβαίνει απάνω, ξεφορτώνεται τα κουλούρια, τ΄ακουμπάει κάτω.
-Κοψομεσιάστηκα.
-Είναι φρέσκα τα κουλούρια;
-Καίνε.
Πιάνω τα κουλούρια. Ξύλα.
-Χριστιανέ μου, αυτά είναι του ψυγείου. Τι καίνε μου λές.
-Σοβαρολογείς, μαντάμ; Μα καλά, θα σε γελάσω τώρα για ένα κουλούρι; Αν δε θέλεις μην παίρνεις, αλλά όχι ότι είναι μπαγιάτικα τα κουλούρια. Σα να μου λες ότι δεν ξέρω τη δουλειά μου....

Βγαίνουν κι οι απόγονοι έξω, παίρνουν μέρος στην πραγματεία, πασπατεύουν τα κουλούρια. Μη! τους λέω εγώ. Ασ΄τα παιδιά να παίξουν, αδερφέ, μου λέει εκείνος.
-Έχεις παιδιά;
-Εχω ένα γιό. Θα πάει στο Πολυτεχνείο. Γι΄αυτό πρέπει να πουλήσω κανένα κουλούρι.... Είναι καλός στο σκέδιο. Να δείς πορτρέτο, να πείς τώρα θα μου μιλήσει. Η μάνα του παινιέται πως ο παππούς της ζωγράφιζε αγίους κι αόο κεί τάχα πήρε το παιδί.... Κι εγώ της λέω πως χαρά στο πράμα που ζωγράφιζε αγίους, όλοι οι άγιοι όμοιοι είναι, έχουν το ίδιο πρόσωπο. Δεν το΄χεις και του λόγου σου προσέξει; Άντε να πηγαίνω. Καλή είναι η κουβέντα, αλλά πρέπει ....

Μπαίνω μέσα μ΄ένα μάτσο κουλούρια και σε λίγο τον ακούω να φωνάζει, κουλούρια ζεστάααα!...
-Γιατί, μαμά, όλοι οι άγιοι έχουν το ίδιο πρόσωπο;
-Γιατί έτσι πρέπει.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Σώπα, μη μιλάς (Αζίζ Νεσίν)


Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
αν ο λόγος είναι αργυρός

η σ
ιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε: "Σώπα".
Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: "Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!"



Με φιλούσε
το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα

και μου
λέγανε:

"Κοίτα μην πείς τίποτα,
σσσσ.... Σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσι μου χρόνια.


Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο:
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,

"θα βρεις το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι:
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμι
α κι εργατική και ήξερε να σωπαίνει.

Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε: "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε:
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίπ
οτα. Σώπα!"

Μπορεί να μην είχαμε με δ' αύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε όμως, το "σώπα".

"Σώπα" ο ενας, "σώπα" ο άλλος,
"σώπα" οι επάνω, "σώπα" οι κάτω,

"σώπα" όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.

"Σώπα" οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας. Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.

Φτιάξαμε το σύλλογο του "σώπα".

Και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά,
μας δώσανε πα
ράσημα, τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα, μόνο με το "σώπα".
Μεγάλη τέχνη αυτό το "σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις
ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν' την να σωπάσει.

Κόψ'την σύρριζα. Πέτα την στα σκυλιά.

Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.


Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου
και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς,

χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς.

Αχ! Πόσο θα '
θελα να μιλήσω ο κερατάς." Και δεν θα μιλάς, θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως. Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.

Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις.
Κόψε τη γλώσσα σου.
Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα
σχέδια και στα όνειρά μου.

Ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω
και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω

και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω
με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα,
με μια κραυγή που θα μου λεει:

ΜΙΛΑ....!

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

Τρέλες και κόντρες...


Οι στίχοι που ακολουθούν γράφτηκαν
με χιουμοριστική διάθεση & στύλ Σουρή
σε μια πολύυυυυυ νεαρή ηλικία,

μετά από μια επεισοδιακή έξοδο με μια φίλη μου,
με το αγαπημένο μου 127-sport-70 HP Abarth

έξοδο που κατέληξε σε ατύχημα, ευτυχώς χωρίς θύματα

(αν εξαιρέσω της Νταίζης τα ερωτικά βέλη
που παρά λίγο να με στείλουν "αδιάβαστο",
σ'ένα γκρεμό, κοντά στη Σαρωνίδα)

Τρέλες και κόντρες...
==================
Ας γράψω είπα κι ένα στίχο
έτσι όπως γουστάρω εγώ
σκέπτομαι λίγο, έπειτα βήχω
για θέμα βρίσκω το "ωτό"

Ξάπλα αράζω στο τιμόνι
κι ευθύς σφιχτά δένω τη ζώνη
τα γκάζια τσίτα τα πατάω
σαΐτα φεύγω και λυσσάω

Με "πάντες" παίρνω τις στροφές
πετάω άμα λάχει και "κολιές"
χειρόφρενο χώμα σαν δω
τραβώ, και σβούρες παίρνω δυό

Βογγάει το έρημο φιατάκι
καθώς χτυπά σ'ένα χαντάκι
Η μηχανή του πάει ν' ανάψει
δεν θέλει χάδια αυτό τ'αμάξι

Ποτέ σε κόντρες δεν κωλώνω
σ΄εφτα χιλιάδες το πλακώνω
κι οχτώ χιλιάδες οι στροφές
τα λάστιχα πετούν φωτιές

Μπήκα μαζί με το Νταιζάκι
ένα όμορφο γλυκό βραδάκι
Με "χίλια" πάω στη Σαρωνίδα
τέρμα τα γκάζια και "σανίδα"

Στη ντισκοτέκ του Golden Cost
φοράω -θυμάμαι- και Lacost
πάμε και πίνουμε ουίσκι
ώσπου νυχτιά βαθιά μας βρίσκει

Σαν φεύγουμε απ το τραπέζι
με τ'άστρα ο ήλιος μπρος μου παίζει
Την Νταίζη έβλεπα "διπλή"
και πέταγα σαν το πουλί

Super, στο Λαγονήσι βάζω
ταχύτητα δεν κατεβάζω
καθώς φιδάκια οι στροφές
μπροστά περνούν απανωτές

Σφίξε, Νταιζούλα μου, τη ζώνη
για δες, ο χάρος μας σιμώνει
δεν υπακούει πια το τιμόνι
ζικ-ζακ διαγράφει το "κανόνι"

Μπαίνουμε μ'εκατόν σαράντα
μπροστά γκρεμός, πίσω χαράδρα
"τέρμα" το τιμόνι κόβω
στις δυό ρόδες το σηκώνω

"Κύμινο" μέχρι να πούμε
στον γκρεμό πλάι θα βρεθούμε
Το κεφάλι έχουμε κάτω
και στον ουρανό τον "πάτο"

"Χτύπησες"; ρωτάει η Νταιζούλα
Μες 'τ' αμάξι που είναι "ζούλα"
Για, κοπάνα την ευθύς
τώρα που είναι ενωρίς
μην αρπάξουμε φωτιά
και καούμε σαν χαρτιά

Το παράθυρό μου ανοίγω
και τη ζώνη ξετυλίγω
Μα η Νταίζη πιο γοργά
βγαίνει έξω στα σκοτεινά

... κρίμα, κι ένιωθα γλυκά
και πολύ ρομαντικά
έτσι ανάποδα εκεί πέρα
με τα πόδια στον αέρα....

Author: Taxidiotis

O Πληθυντικός Αριθμός/Κική Δημουλά

Ο έρωτας ,
όνομα ουσιαστικόν ,
πολύ ουσιαστικόν ,
ενικού αριθμού ,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού ,
γένους ανυπεράσπιστου .
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες .

Ο φόβος ,
όνομα ουσιαστικόν ,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός :
οι φόβοι .
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα .

Η μνήμη ,
κύριο όνομα των θλίψεων ,
ενικού αριθμού ,
μόνο ενικού αριθμού
και άκλιτη .
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη .

Η νύχτα ,
όνομα ουσιαστικόν ,
γένους θηλυκού ,
ενικός αριθμός .
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες .
Οι νύχτες από δω και πέρα .

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

H σονάτα του σεληνόφωτος/Γιάννης Ρίτσος, 1956



[Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' ένα νέο.
Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδόσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.
Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στο Νέο:]



Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, τους εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,
στη λευκότητα του σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθειά βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι.
Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπάρ, ακούστηκε μια γνωστή, μουσική φράση.
Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος.
Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ'ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης.
Οταν θα φθάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο.
Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ισως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο.
Σε λίγο ο νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιας εποχής".
Ετσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του.
Οσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι.

Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά.
Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μια αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.)...

Μηδενος εξαιρουμενου/ Κική Δημουλά

Τι αντικοινωνικά που ειναι τα όνειρα.
Ούτε φιλίες, ούτε δεσμοι
μολις μας δουν σβήνουν
σα σπιθα εκθετη σε θύελλα.

Ανθρωποφοβια?
Ισως τραυματισμένο γόητρο
επειδή δουλεύουν εκει κάτω
στα ορυχεια χαμενων ευκαιριων.

Είχαν βλέπεις κι αυτά
άλλα όνειρα

Κική Δημουλά

Δυσπνέεις. Κατανοητό.
Πνιγηρή του καθενός μας η δύση.
Κάνε ομως κάτι , σκαρφάλωσε
ή
χτύπα συνθηματικά τον τοίχο
του διπλανού τρόμου
ή
έστω θυμήσου λίγο παράθυρο
να μπαίνει ελάχιστος άνθρωπος
ίσα να φέγγει να διακρίνεις
να μη χτυπάς πάνω στις κόγχες
της επίγνωσης.

Περιττό , περιττό
πότε το λιγο φως που μπαίνει
απο εναν κουφωτό άνθρωπο
κατανόησε το ορθάνοιχτο?
απαντάς κι αφήνοντας πισω το νόημα
βρόντηξες με πάταγο το περιττό
ξεχνώντας πως του οφειλεσαι
αποκλειστικα

εκεινο επεισε
την ξεροκεφαλη ανυπαρξια
να επιτρεψει την υπαρξη
μονον αυτη θα σε κανει διασημη
της ειπε
αλλιως θα παραμεινεις στην αφανεια
μια αβλαβης εσαει ανυπαρξια

κι εκεινο σε μετεφερε
απο την εκει σου ερημο στην εδω
καβαλα στο πειθηνιο αναγκαιο
ταλαιπωρο να γονατιζει
πιο εξαντλημενο κι απο την υπομονη.
Αλλα του περιττου ο βουρδουλας πεφτει
ζωογονος.

Το ξεχνας
σα να μη σε διδαξε η τοση αντιφαση
οτι χωρις το περιττο
στιγμη δε ζει το απαραιτητο.

Συμφωνοι, περιττος ο ανθρωπος
ομως για καποιο λογο αιωνια δες
τι απαραιτητος του ειναι
του θανατου.

Περιττος θανατος
δεν ειναι και ο ερωτας?
Ναι , αλλα του ειναι απαραιτητο να ζησει
την αναγκαια αθανασια του ονειρου

Πρόσεχε/Κική Δημουλά

Όταν στρώνεις το τραπέζι
πριν καθίσεις
να ελέγχεις σχολαστικά
την αντικρινή σου καρέκλα

άν είναι γερή μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές
μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί
άν υποσκάπτει το σκελετό
σκουλήκι

γιατί εκείνος που δεν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς.

Άτιτλο/κική Δημουλά

Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια.
Άρα δεν είναι φήμη ο ουρανός
υπάρχει
και δεν είναι το χώμα λοιπόν
η μόνη λύση
όπως ισχυρίζεται ο κάθε τεμπέλης νεκρός.

Εκμαγείο Ενοχής/Κική Δημουλά

Γιατί άραγε να με αγαπούσε απόψε
τόσο πραγματικά εκείνο το όνειρο;
Γιατί μου έλεγε κράτα με
μη μ' αφήνεις να ξυπνήσω;

Ανησυχώ. Συνήθως
έτσι αγαπάμε την απώλεια.

Λες να μη με ξαναονειρευτεί
αυτή η πολύ συνηθισμένη απώλεια;

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

ΜΟΝΑΞΙΑ ΔΥΟ-Δυό χαμόγελα δραχμαί 307/Λιλή Ζωγράφου

"Σε παρακαλώ, τράβα στο απέναντι πεζοδρόμιο, άκου με και μένα, έχουμε όλες κι όλες τρακόσες πενήντα δραχμές να περάσουμε ολόκληρη τη βδομάδα, ώς την άλλη Δευτέρα που θα ΄ρθει η καινούργια σύνταξη".... έψελνε τον εαυτό της συνέχεια, ώσπου βρέθηκε με τη μούρη κολλημένη στη βιτρίνα του Κάουφμαν. Αχ, βγήκε το βιβλίο του R. αυτόν, αυτόν τον ήθελε οπωσδήποτε! Πόσο να στοίχιζε άραγε; Ώς εκατό δραχμές μπορούσε διάβολε να διαθέσει.
"Αυτά να σου λείπουμε. Δεν έχεις να διαθέσεις ούτε μια δεκάρα.... Έτσι κι ανέβεις το πατάρι θα σου κόψω τα πόδια", απείλησε τον εαυτό της που ανέβαινε κιόλας στη σκάλα. "δε θα πάρω τίποτα. Απλά θα κοιτάξω".
Ένοιωθε πάντα τόσο ωραία δώ μέσα! Προχώρησε στον πάγκο που την ενδιέφερε. Έψαξε με τα μάτια της να βρεί το βιβλίο του R. που είδε κάτω στη βιτρίνα. Πουθενά. Μιά παχουλή πωλήτρια με πολύ σγουρά μαλλιά και παιδικό πρόσωπο την καλοσώρισε μ΄ένα χαμόγελο.
-Θαρρώ, είπε δειλά, πως είδα κάτω το τελευταίο βιβλίο του R.;
-Αμέσως. Το τελευτάιο είναι της βιτρίνας. Θα ειδοποιήσω να σας το φέρουνε, της είπε πρόθυμα και χάθηκε για λίγα λεπτά. Θέλησε να την εμποδίσει αλλά σχεδόν δεν πρόλαβε.
-Έχω όμως και τούτο δώ, άκουσε τη φιλική φωνή της πωλήτριας, δίπλα της. Το πιό τελευταίο βιβλίο του R., και της έβγαλε ένα τόμο στα χέρια.
-Όχι, έκανε ξαφνιασμένη, μπορώ να του ρίξω μιά ματιά; ΄Έβγαλε τα γυαλιά της κι άρχισε να διαβάζει λαίμαργα τον πρόλογο. "Και τώρα αναρωτήθηκε σαν τελείωσε, πώς ξεφεύγουνε; Τι βασανιστικοί που είναι οι καλοί πωλητές!" Άφησε στον πάγκο τον R. και πήγε σ΄ενα καλάθι με τιμές ευκαιρίας. Θυμήθηκε πως εκδικήθηκε το μεγαλομπακάλη της πλατείας Μαβίλη σαν γύρισε από τη Γαλλία, ένα χρόνο μετά την επικράτηση της χούντας. Ψώνιζε από κεί και πριν , π.Χ. Δεν ήταν ποτέ πλούσια αλλά ζούσε ευπρεπώς, απλά. Ο άντρας που είχε τότε ήταν μόνο κρεοφάγος. Ήτανε ταμένος να ξοφλήσει την προγονική πείνα τριών γενιών τουλάχιστο. Αγόραζαν λοιπόν μεγάλες ποσότητες κρέατος και φρούτων. Ο μεγαλομπακάλης που είχε μιά πρώτη μορφή σούπερ μαρκετ, τους εφοδίαζε και από ουίσκυ κι ότι άλλο χρειαζόταν σ΄ένα σπιτικό και τους εκτιμούσε πολύ. Σαν γύρισε, μ.Χ. πιά, ζόυσε πανάθλια. Μιά φορά τη βδομάδα κατέβαινε κι αγόραζε από τον ίδιο μπακάλη ένα τυποποιημένο πακέτο συκωτάκια πουλιών που ΄ρχόταν απο το εξωτερικό, πάμφθηνο. Έτσι βολευόταν για όλη τη βδομάδα κι αυτή κι ο σκύλος της, ένα τόσο δα κοντοπόδαρο συντροφάκι. Όταν την πρωτόδε ο μπακάλης της έκανε πολλές χαρές. Τι θα πάρετε κυρία μου και δώσ΄του υποκλίσεις. Αλλά σαν την είδε να παίρνει τα συκωτάκια του μισού κιλού συνέχεια και να χάνεται μια ολόκληρη βδομάδα, άρχισε να τσαντίζεται. Ίσως στην αρχή να νόμιζε πως έκανε απ΄αλλού τις προμήθειές της. Όμως αυτοί όλοι έχουνε μιά μύτη πολύ ευαίσθητη στα πορτοφόλια. Κατάλαβε λοιπόν πως η κυρία δεν ήταν πιά "κυρία" επιπέδου και την άφηνε να περιμένει με την ώρα ώσπου να της δώσει κάθε φορά το πακετάκι της. Κάποτε μάλιστα αποφάσισε πως δεν είχε κανένα λόγο να κουράζεται για μιά τετοια φτωχαδούρα. Την είδε να καταφτάνει με το σκυλάκι αγκαλιά.
"Τι θα πάρει η κυρία;" ρώτησε σαρκαστικά, έτοιμος για το χτύπημα.
"Ενα πακέτο συκωτάκια, παρακαλώ".
"Δεν έχομε, δε θα ξαναφέρομε..."
"Δεν θα ξαναφέρετε; Και τώρα;" τον ρώτησε μ΄ένα ύφος σα να ΄πεφτε η συμφορά του κόσμου στο κεφάλι της.
"Και τώρα τι θα γίνω;"
Ο μπακάλης την κοίταζε ξαφνιασμένος. "Τούτο δώ, του ΄πε με το αθωότερο ύφος του κόσμου", δείχνοντας το σκυλί της, "δεν τρώει τίποτα άλλο, μα τίποτα, μόνο συκωτάκια πουλιών. Και είσαστε ο μόνος που φέρνατε σ΄όλη τη περιοχή". Ο μπακάλης την κοίταζε με πραγματικό μίσος. Είχε καταφέρει να τον γεμίσει αμφιβολία για το αν ήταν ντιπ μπατιρημένη ή άν ερχότανε στο μαγαζί του μόνο για τα συκωτάκια και τα υπόλοιπα τα ψώνιζε απ΄αλλού.
Χαμογέλασε! Πάντα σαν θυμόταν αυτή τη σκηνή χαμογελούσε από σαδιστική χαρά. Η πωλήτρια την παρακολουθούσε κι είδε το χαμόγελό της, τη στιγμή που΄βγαλε απο το βάθος του καλαθιού ένα καλοδεμένο κόκκινο βιβλίο. "μπά ένας Τάκιτος", της είπε. "και τι ωραία έκδοση!"
"Και πολύ φτηνός, την πληροφόρησε χαμογελώντας η πωλήτρια, μόνο εβδομήντα δραχμές"
"Για φαντάσου! Μόνο εβδομήντα!". Καημένη κοπέλα, να ΄ξερες! Τον στρυφογύριζε στα χέρια της, προσπαθώντας να βρεί έναν τρόπο να ξεφύγει. Βέβαια έναν R. θα τον έπαιρνε οπωσδήποτε, μόλις πληρωνόταν. Σήκωσε τα μάτια της αποφασισμένη ν΄αρνηθεί. Το πρόσωπο της πωλήτριας φιλικό μ΄ένα οικείο, ζεστό χαμόγελο, βρισκόταν απέναντί της. "Λοιπόν, τη ρώτησε, τους δύο R. και τον Τάκιτο;" Ένοιωσε την άμυνά της να εξουδετερώνεται.
-Όχι, όχι, θα πάμε μακριά, όχι.... μιά άλλη φορά. Είδε την πωλήτρια να κόβει στο μπλόκ τους δύο τόμους του R. "καλά, βλάκα μου, την πάτησες. Μια βδομάδα ρύζι, παρά ν΄αρνηθείς τούτα τα δυό βιβλία που λαχταράς και μάλιστα από μιά κοπέλα τόσο τρυφερή!....". Αυτό δεν την εμπόδισε να νιώσει μια δυσφορία. ¨ενας ψιλός ιδρώτας κάλυψε το μέτωπό της καθώς κατέβαινε με την απόδειξη στο χέρι που δεν είχε τολμήσει κάν να κοιτάξει. Στα μισά της σκάλας την πρόλαβε η πωλήτρια και της άπλωσε χαμογελώντας μιά άλλην απόδειξη. "Σας έκοψα σε μισή τιμή και τον Τάκιτο, είναι λίγο φθαρμένος στη ράχη", της ψιθύρισε συνωμοτικά, "αφού τον θέλατε τόσο!". Κοιτάχτηκαν στα μάτια και χαμογέλασαν συνένοχα. "Ευχαριστώ, ευχαριστώ πάρα πολύ" και κατέβηκε ανάλαφρη τα λίγα σκαλοπάτια. "Τι τρυφεροί που΄ναι οι άνθρωποι! Τι τρυφεροί!" τραγουδούσε σχεδόν μέσα της, φτάνοντας στο ταμείο. Πήρε τα ρέστα, σαράντα τρείς δραχμές και βγήκε χαρούμενη στο δρόμο.

ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΙΑ -Τα ίχνη/Λιλή Ζωγράφου

Έβρεχε δυνατά, μα δε θα πνιγόταν κιόλας να πεταγόταν στο ψιλικατζίδικο της γωνίας να πάρει την εφημερίδα και τσιγάρα. Η ομπρέλα της είχε τρυπήσει που και που και περνούσε νερό. Ένοιωθε αγαλλίαση με τις σταγόνες της βροχής στο πρόσωπό της. Επιστρέφοντας έσφιγγε ανυπόμονα την εφημερίδα στη μασχάλη της. Πάντα τη Δευτέρα οι απογευματινές εφημερίδες της έδιναν περισσότερη χαρά. Η σιωπή του εικοσιτετράωρου τη γέμιζε με την ελπίδα απροσδόκητων νέων. Ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια του πρώτου ορόφου ανοίγοντας την τσάντα της για τα κλειδιά. Τότε τις είδε. Εκεί , μπροστά στην πόρτα της σχημάτιζαν ένα βουναλάκι. Χοντρές, φουσκωτές σταγόνες που΄χαν κυλήσει από κάποια ομπρέλα που την κρατούσε κάποιος, στημένος εδώ, μπροστά στην κλειστή πόρτα της, χτυπώντας το κουδούνι. Κι αυτή; Φρέσκιες σταγόνες που΄σταξαν, μόλις τώρα δα, απόδειξη πως δεν πρόλαβαν ν΄απλωθούν.
Τις κοίταζε με τα μάτια τεντωμένα: "Κάποιος ήρθε. Τώρα, πριν λίγο. Ποιός ήρθε; Μα δεν έλειψα ούτε πέντε λεπτά", απολογιότανε σκύβοντας προς τα κάτω, κοιτώντας άπληστα, ερευνητικά τους σιωπηλούς μάρτυρες, ώσπου βρέθηκε γονατισμένη. "Μα ποιός ήρθε. Ποιός;" φώναζε κοιτώντας με τα μάτια γουρλωμένα τις χοντρές σταγόνες που κρατούσαν αδιάφορες και σκούπιζε αγανακτισμένη τα πλημμυρισμένα από δάκρια μάτια της, σα να την εμπόδιζαν ν΄ανακαλύψει την ταυτότητα του επισκέπτη. "Και γιατί, γιατί δεν περίμενε...... Εγώ, εγώ γύρισα αμέσως...."

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Μανώλης Αναγνωστακης

Το θεμα ειναι τ ω ρ α τι λες
Καλα φαγαμε καλα ηπιαμε
Καλα τη φεραμε τη ζωη μας ως εδω
Μικροζημιες και μικροκερδη συνοψιζοντας
Το θεμα ειναι τ ω ρ α τι λες.
Στο παιδι μου
Στο παιδι μου δεν αρεσαν ποτε τα παραμυθια
Και του μιλουσανε για Δρακους και για το πιστο σκυλι
Για τα ταξιδια της πενταμορφης και για τον αγριο λυκο
Μα στο παιδι δεν αρεσαν ποτε τα παραμυθια
Τωρα, τα βραδια, καθομαι και του μιλω
Λεω το σκυλο σκυλο, το λυκο λυκο, το σκοταδι σκοταδι,
Του δειχνω με το χερι τους κακους, του μαθαινω
ονοματα σαν προσευχες, του τραγουδω τους νεκρους μας,
Α, φτανει πια!
Πρεπει να λεμε την αληθεια στα παιδια.

ΕΡΩΤΑΣ/Τασος Λειβαδιτης


Ολη τη νυχτα παλεψαν απεγνωσμενα να σωθουν απο τον εαυτο τους,
δαγκωθηκαν, στα νυχια τους μειναν κομματια δερμα, γδαρθηκανε
σαν δυο ανυπερασπιστοι εχθροι, σε μια στιγμη, αλλοφρονες, ματωμενοι, βγαλανε μια κραυγη,
σα ναυαγοι που, λιγο πριν ξεψυχησουν, θαρρουν πως βλεπουν φωτα, καπου μακρια.
Κι οταν ξημερωσε, τα σωματα τους σα δυο μεγαλα ψαροκοκκαλα
ξεβρασμενα στην οχθη ενος καινουργιου ματαιου πρωινου.

ΕΚΕΙΝΟ/Ν. Παπας


Εκεινο που ζητησα απο τη ζωη
μου το΄δωσε
ισως και διχως να το θελει,
εκεινο που της ζητησα
το πηρα σαν ψωμι μεσα απ' τα δοντια της,
γι' αυτο σαν βλεπω λιγο εσυ να μου μακραινεις,
λιγο πως πας να κουραστεις,
πως μενεις πισω απο τα βηματα μου,
ειμαι ετοιμος να βγαλω μια φωνη:
βοηθεια

ΑΦΗΣΕ ΛΕΥΤΕΡΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ/Παμπλο Νερουδα


Αφησε λευτερα τα χερια μου
και την καρδια μου, αφησε λευτερη!
Δεν ειναι ερωτας, ειναι επιθυμια που ξεραινεται και σβηνει,
ειναι καταιγισμος απο ορμες,
προσεγγιση του απιθανου,
αλλα υπαρχεις εσυ,
υπαρχεις εσυ για να μου δωσεις τα παντα,
και για να μου δωσεις αυτο που κατεχεις ηρθες στη γη-
οπως εγω ηρθα για να σε περιεχω
για να σε επιθυμω,
για να σε δεχτω!

Αναστολη/Ντινος Χριστιανοπουλος


Ο,τι ονειρευτηκα τοσα και τοσα βραδια,
ο,τι πεθυμησα με τοση αλλοφροσυνη,
ο,τι σχεδιασα με τοσο πυρετο,
μολις σε δω, γλυκεια μου εξουθενωση,
στα ματια και τα χειλη το αναστελλω,
για μια στιγμη πιο απελπισμενη το αναβαλλω,
γιατι μοναχα οταν τα χερια μου σε χανουν,
η πονεμενη μου φαντασια σε κερδιζει.

Ερωτας/Γιαννης Βαρβερης


Εχουμε ταξιδεψει πολυ
Το σωμα σου και εγω
Εχουμε φανταστει
Οσο ενα σωμα και ενα εγω
Μπορουν να το φανταστουν.

ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΑΡΑ ΓΙΑΤΙ ΣΕ ΘΕΛΩ/Πάμπλο Νερούδα

Δε σε θέλω παρά γιατί σε θέλω, μα απ' το θέλω στο δε σε θέλω πέφτω κι απ' το καρτέρα, όταν δε σε προσμένω, περνώ απ' το παγερό στο πυρωμένο.
Σε θέλω μόνο γιατί εσένα θέλω, σε μισώ μα γι' αγάπη σου προσπέφτω, κι είν' της αθώας αγάπης μου το μέτρο σαν τυφλός που αγαπά να μη σε βλέπω.
Το σκληρόψυχο του Γενάρη φέγγος την καρδιά μου θα σιγολιώσει εφέτος, ανοίγοντάς μου στα κρυφά το στέρνο.
Μόνος στην ιστορία αυτή πεθαίνω και πεθαίνω απ' αγάπη αφού σε θέλω, σε θέλω, αγάπη, ως το αίμα κι ως το τέλος.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

ΤΕΣΤ ΑΛΗΘΕΙΑΣ/Κική Δημουλά

Στο κουδούνι έγραφε ΄Οργανο της τάξεως
τίποτ΄άλλο.
Ενθουσιάστηκα.
Ακριβώς αυτό χρειαζόμουν
έναν σκέτο αρμόδιο. Να με συλλάβει
και μετά, ότι συνεπάγεται
το κάθε προσήλθεν αυτοβούλως.

Μου άνοιξε μιά ωραία γάτα
με μαύρο φόρεμα και άσπρο γιακά
κλειστά τα φώτα.
Ο υπεύθυνος; ρώτησα

Αυτή με κοίταξε βαθιά στην παλάμη
ανασήκωσε της μοίρας τη γραμμή
-Θα πεθάνουμε εσύ κι εγώ
την ίδια περίπου εποχή
με κάτι μήνες διαφορά
εγώ
ενόσω θα κοιμάμαι ευτυχισμένη
όπως κάθε βράδυ
στων ποδιών του τη θαλπωρή
εσύ ξημερώματα
όπως βρίσκουν ύστερα από μέρες
κοκαλωμένη την απαγόρευση
στα παγωμένα πόδια ενός ονείρου
είπε και μου έδειξε
τη σκοτεινή πλάτη του νόμου
απορροφημένη

να ζωγραφίζει αφρώδη σίελο
θαλάσσης φειδωλής
ίσα για να δεσπόζει στην ακτή μπηγμένο
σώμα λιγνό μισόγυμνο κοπέλας θερινής
ξόβεργα σε φτεροκόπημα καπέλου.

Ξερόβηξαν κάτι στίχοι, ακούστηκα

ο υπεύθυνος εστράφη και με συνέλαβε
ευχερώς με σβηστά τα φώτα
αλλά και εγώ έτσι τον φωταγώγησα
ευχερώς με σβησμένα φώτα

-είναι μεγάλη ευκολία
ο θάνατος κι ο έρωτας να έχουν
τον ίδιο φωτισμό.

Η ΑΤΕΛΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑ/Κική Δημουλά
















Δέ θυμάμαι άν φεύγοντας μου έδωσες
το σεσημασμένο φιλί.
Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής
αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας
θα επιστρέψω εξολοκλήρου

αυτό ναι, το θυμάμαι καλά
κεντήθηκε με καυτή βελόνα
τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου.

Ξέρεις τι είναι προδοσία;
Η ανάγκη φυγής που κυριεύει
κάθε σώμα
καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση
όπως είναι η στάση της πίστης
η στάση της αγάπης
μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο
με μόνη θέα νύχτα μέρα
καρφωτή στα μάτια
την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της.

Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής
ο αντζέντης της προδοσίας;
Το προδοτικό φιλί.
Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της
της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια
με την αθανασία
εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν
οι οθόνες των αιώνων

γιατί αυτό το φιλί
είναι που διεγείρει
την καταπιεσμένη αγριότητα
προσηλυτίζει το αίμα
στη θρησκεία του θανάτου
εκείνο είναι που
κόβει την ανάσα των θρήνων

κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου
είναι γιατί θυμάμαι
ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή
την πόρτα της προδοσίας
αλλά το προδοτικό φιλί της
δεν μου το έδωσες.

Γράψε μου σε παρακαλώ
τη διεύθυνσή του.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Το σκάκι / Μανόλης Αναγνωστάκης,


'Ελα να παίξουμε.


Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη
)


Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)

Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου

Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)

Όλα, και τ' άλογά μου θα σ' τα δώσω

Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη

Γελώντας
μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.

Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.